σεισμοῦ

σεισμοῦ
σεισμοῦ
σεισμός
shaking: masc gen sg

Morphologia Graeca. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεισμοῦ — σεισμός shaking masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελ Σαλβαδόρ — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Ελ Σαλβαδόρ Έκταση: 21.041 τ. χλμ Πληθυσμός: 6.178.700 κάτ. (2003) Πρωτεύουσα: Σαν Σαλβαδόρ (504.000 κάτ. το 2003)Κράτος της Κεντρικής Αμερικής. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γουατεμάλα και στα Α με την Ονδούρα, ενώ στα… …   Dictionary of Greek

  • Μερκάλι, Ιωσήφ — (Giuseppe Mercalli, Μιλάνο 1850 – Ρώμη 1914). Ιταλός φυσικός και γεωλόγος ειδικευμένος στην ηφαιστειολογία και στη σεισμολογία. Ξεκίνησε τις σπουδές του σε εκκλησιαστική σχολή του Μιλάνου, όπου διετέλεσε μαθητής του γεωλόγου Στοπάνι. Δίδαξε σε… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Αρχανών — Στον κάμπο που βρίσκεται νότια της Kνωσού, πάνω από τον οποίο δεσπόζει το βουνό Γιούχτας, βρίσκεται μια από τις πιο πλούσιες αρχαιολογικά περιοχές της Kρήτης. Tόσο το μινωικό ανάκτορο, του οποίου η ανασκαφή συνεχίζεται στο κέντρο του σημερινού… …   Dictionary of Greek

  • TONANTE Coelo — TONANTE Coelô pto mutua salute vota fundendi mos Veterum, indigitatur Philostrato, de Vita Apollonii, l. 6. ubi de Antiochensibus Syris et terraemotu, qui, dum ipsi in contione sunt, factus est, Σεισμοῦ δὲ, ait γενναίου προςπεσόντος ἔπτηξαν, καὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ρίχτερ — ο, Ν φρ. «κλίμακα Ρίχτερ» (γεω < ρυσ.) ευρέως χρησιμοποιούμενη ποσοτική μέθοδος μέτρησης τού μεγέθους ενός σεισμού που αναπτύχθηκε το 1935 από τους σεισμολόγους Φράνσις Ρίχτερ και Μπένο Γκούτεμπεργκ …   Dictionary of Greek

  • Σόδομα και Γόμορρα — Αρχαίες πόλεις της παλαιστινιακής Πεντάπολης, που βρίσκονταν, σύμφωνα με την παράδοση, στα Ν της Νεκρής θάλασσας. Κατά τη βιβλική διήγηση (Γένεσις, ιθ), καταστράφηκαν την εποχή του Αβραάμ από «πυρ και θείον», που έβρεξε ο Θεός, ο οποίος είχε… …   Dictionary of Greek

  • εγκέλαδος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους Γίγαντες, γιους της Γης. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Γιγαντομαχία, όπου ήταν αντίπαλος της Αθηνάς, η οποία τον σκότωσε ρίχνοντας επάνω του το νησί Σικελία ή την Αίτνα. Σκηνές από την πάλη της Αθηνάς με τον Ε.… …   Dictionary of Greek

  • ελίκη — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Νύμφη του όρους Ίδη της Κρήτης, που μαζί με τη νύμφη Κυνόσουρα ανέθρεψαν τον Δία. Αργότερα μεταμορφώθηκαν σε αστερισμούς από τον θεό (Μικρή και Μεγάλη Άρκτος), για να γλιτώσουν από τις ερωτικές διαθέσεις του… …   Dictionary of Greek

  • επίκεντρος — η, ο (Α ἐπίκεντρος, ον) [κέντρο] αυτός που βρίσκεται πάνω από το κέντρο ή πάνω στο κέντρο ή σε κεντρικό σημείο νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το επίκεντρο το κύριο, το κεντρικό θέμα, το κεντρικό σημείο, ο στόχος («το επίκεντρο τής προσοχής, τής… …   Dictionary of Greek

  • κέλαδος — κέλαδος, ὁ (Α) (ποιητ. τ.) 1. θόρυβος που μοιάζει με αυτόν τού νερού το οποίο κυλά ορμητικά 2. ήχος μουσικού οργάνου 3. (ποιητ. λ.) δυνατός και καθαρός μουσικός ήχος 4. μεγάλος θόρυβος, φωνή, βοή, κραυγή 5. ισχυρό, έντονο και καθαρό κελάδημα τών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”